Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Erasing shield
01
ασπίδα διαγραφής, προστατευτικό διαγραφής
a tool used by artists to protect areas of a drawing or painting while erasing unwanted parts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
erasing shields
LanGeek



























