springing line
sprin
ˈsprɪn
sprin
ging
gɪng
ging
line
laɪn
lain

Ορισμός και σημασία του "springing line"στα αγγλικά

Springing line
01

γραμμή εκκίνησης, φανταστική οριζόντια γραμμή που συνδέει τα σημεία εκκίνησης μιας σειράς αψίδων ή θόλων

an imaginary horizontal line that connects the springing points of a series of arches or vaults 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
springing lines
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store