Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Reglet
01
αυλάκι
a small groove in a wall or surface used to hide the edge of another material or component
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reglets



























