reglet
reg
rɪg
ριγκ
let
ˈlɛt
λετ
/ɹɪɡlˈɛt/

Ορισμός και σημασία του "reglet"στα αγγλικά

01

αυλάκι

a small groove in a wall or surface used to hide the edge of another material or component
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reglets
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store