anceps
an
ˈɑ:n
aan
ceps
sɛps
seps

Ορισμός και σημασία του "anceps"στα αγγλικά

01

μια συλλαβή σε έναν στίχο ποιήματος που μπορεί να είναι μακρά ή σύντομη, ανάλογα με το πλαίσιο του ποιήματος ή το συγκεκριμένο μετρικό μοτίβο που χρησιμοποιείται

a syllable in a line of verse that is either long or short, depending on the context of the poem or the specific metrical pattern being used 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
anceps

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store