Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Damsel in distress
01
κορίτσι σε κίνδυνο, νέα σε δυσκολία
a trope in which a female character is placed in a perilous situation from which she cannot escape without the help of a male character
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
damsels in distress



























