odd job
odd
ɒd
od
job
ʤɒb
job

Ορισμός και σημασία του "odd job"στα αγγλικά

01

μικρή δουλειά, περιστασιακή εργασία

a single miscellaneous task or chore, typically small in scale and unrelated to one's primary occupation or job 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
odd jobs

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store