steam mop
steam
sti:m
στιμ
mop
mɒp
μοπ

Ορισμός και σημασία του "steam mop"στα αγγλικά

01

ατμομπόγια, σκούπα ατμού

a mop that utilizes steam to sanitize and clean hard flooring surfaces, such as tile, laminate, or hardwood, by loosening dirt and grime 
steam mop definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
steam mops
Παραδείγματα
She used the steam mop to clean the kitchen floor without using any chemicals. 

Χρησιμοποίησε τη ατμοσφουγγαρίστρα για να καθαρίσει το πάτωμα της κουζίνας χωρίς τη χρήση χημικών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store