Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Window air conditioner
01
κλιματιστικό παράθυρου, κλιματιστικό τοίχου
a type of air conditioning unit that is installed in a window or through a wall and is designed to cool a single room or area
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
window air conditioners
Παραδείγματα
The window air conditioner kept the living room cool during the hot summer days.
Το κλιματιστικό παράθυρου κράτησε το σαλόνι δροσερό κατά τις καυτές καλοκαιρινές μέρες.



























