Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Diasyrmus
01
διάσυρμος, υποτιμητική χλευασία
a rhetorical device in which an author or speaker ridicules or denounces an opponent's argument, typically by using sarcasm or irony
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
diasyrmuses



























