diacope
dia
ˈdaɪə
νταια
cope
ˌkoʊp
κουπ
/dˈaɪəkˌəʊp/

Ορισμός και σημασία του "diacope"στα αγγλικά

01

διάκοπη, επανάληψη με διάστημα

the repetition of a word or phrase with only a few words in between, usually to emphasize or create a dramatic effect
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
diacopes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store