Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coat peg
01
κρεμάστρα, γάντζος για ρούχα
a small device made of metal or plastic with a knob or hook that is used to hang coats, jackets, hats, or other items
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coat pegs
Παραδείγματα
She hung her coat on the coat peg near the door before entering the house.
Κρέμασε το παλτό της στον κρεμάστρα κοντά στην πόρτα πριν μπει στο σπίτι.



























