Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Structural editor
01
δομικός επιμελητής, διορθωτής δομής
a professional who works with an author to improve the overall structure, content, and organization of a manuscript
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
structural editors
LanGeek



























