Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bottom line
01
καθαρό αποτέλεσμα, τελικό κέρδος
the amount that was profited or lost in an organization or company after everything was calculated
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
After all the costs were counted, the bottom line was better than expected.
Αφού υπολογίστηκαν όλα τα κόστη, το καθαρό αποτέλεσμα ήταν καλύτερο από το αναμενόμενο.
02
η ουσία, το κρίσιμο σημείο
the most important factor in an argument or a discussion that brings it to an end
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bottom lines
Παραδείγματα
The bottom line is that we need to increase sales in order to be profitable.
Η ουσία είναι ότι πρέπει να αυξήσουμε τις πωλήσεις για να είμαστε κερδοφόροι.



























