try-out
try
traɪ
trai
out
aʊt
awt
tryout

Ορισμός και σημασία του "try-out"στα αγγλικά

01

ακρόαση, δοκιμή

a preliminary performance to assess the potential of a performer 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
try-outs
Παραδείγματα
She attended the try-out for the school play hoping to land a lead role. 

Παρακολούθησε την ακρόαση για το σχολικό θεατρικό έργο ελπίζοντας να πάρει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store