Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
presentational acting
/pɹˌɛzəntˈeɪʃənəl ˈæktɪŋ/
Presentational acting
01
παρουσιάζουσα υποκριτική, προσθεατρική υποκριτική
a style of acting where the performer acknowledges and directly addresses the audience, often breaking the fourth wall
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
presentational acting styles



























