fill light
fill
fɪl
fil
light
laɪt
lait

Ορισμός και σημασία του "fill light"στα αγγλικά

01

φωτισμός συμπλήρωσης, βοηθητικό φως

a supplementary light used in photography, videography, and filmmaking to reduce shadows or fill in areas that are poorly lit 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fill lights

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store