Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bottleneck
01
στενό, στένωση
a narrowing that reduces the flow through a channel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bottlenecks
02
λαιμός μπουκαλιού, στενό μέρος
the narrow part of a bottle near the top
03
στενό, κυκλοφοριακή συμφόρηση
a place where vehicles slow down or stop because the road narrows or there is an obstruction
Παραδείγματα
During rush hour, the highway often experiences bottlenecks near the city center.
Κατά τις ώρες αιχμής, η εθνική οδός συχνά παρουσιάζει στενά περάσματα κοντά στο κέντρο της πόλης.
to bottleneck
01
στενεύει σα λαιμό μπουκαλιού, στενεύει σε σχήμα λαιμού μπουκαλιού
become narrow, like a bottleneck
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bottleneck
γ΄ ενικό πρόσωπο
bottlenecks
ενεστώτα μετοχή
bottlenecking
απλός αόριστος
bottlenecked
παθητική μετοχή
bottlenecked
02
επιβραδύνω, εμποδίζω
slow down or impede by creating an obstruction



























