bottleneck
Pronunciation
/ˈbɑtəlˌnek/

Ορισμός και σημασία του "bottleneck"στα αγγλικά

01

στενό, στένωση

a narrowing that reduces the flow through a channel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bottlenecks
02

λαιμός μπουκαλιού, στενό μέρος

the narrow part of a bottle near the top
03

στενό, κυκλοφοριακή συμφόρηση

a place where vehicles slow down or stop because the road narrows or there is an obstruction
Παραδείγματα
Public transportation helps alleviate bottlenecks by reducing the number of cars on the road.
Η δημόσια συγκοινωνία βοηθά στην ανακούφιση των σημείων συμφόρησης μειώνοντας τον αριθμό των αυτοκινήτων στο δρόμο.
to bottleneck
01

στενεύει σα λαιμό μπουκαλιού, στενεύει σε σχήμα λαιμού μπουκαλιού

become narrow, like a bottleneck
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bottleneck
γ΄ ενικό πρόσωπο
bottlenecks
ενεστώτα μετοχή
bottlenecking
απλός αόριστος
bottlenecked
παθητική μετοχή
bottlenecked
02

επιβραδύνω, εμποδίζω

slow down or impede by creating an obstruction
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store