boom pole
boom
bu:m
μπουμ
pole
pəʊl
πεουλ

Ορισμός και σημασία του "boom pole"στα αγγλικά

01

ραβδί μικροφώνου, μπουμ πόλο

a long pole used to hold a microphone near the actors but out of the frame 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
boom poles

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store