Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Boom pole
01
ραβδί μικροφώνου, μπουμ πόλο
a long pole used to hold a microphone near the actors but out of the frame
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boom poles



























