Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bottle up
[phrase form: bottle]
01
καταπιέζω, συγκρατώ
to suppress emotions, desires, or impulses instead of expressing them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
bottle
ενεστώτας
bottle up
γ΄ ενικό πρόσωπο
bottles up
ενεστώτα μετοχή
bottling up
απλός αόριστος
bottled up
παθητική μετοχή
bottled up
Παραδείγματα
She bottled her frustration up to maintain professionalism.
Κατέπνιξε την απογοήτευσή της για να διατηρήσει τον επαγγελματισμό.



























