Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Weapons master
01
μαέστρος όπλων, υπεύθυνος όπλων
a member of a film or television production crew who is responsible for acquiring, maintaining, and operating all of the weapons used on set
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
weapons masters



























