Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Best boy
01
καλύτερος βοηθός, πρώτος βοηθός
the chief assistant to the gaffer or key grip
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
best boys
αρσενικό ενικό
best boy
θηλυκό ενικό
best girl
neutral form
chief assistant
LanGeek



























