Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Strip club
01
στριπτιζάδικο, κλαμπ στριπτίζ
a venue where dancers, typically female, perform striptease or exotic dance for patrons in exchange for tips or payment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
strip clubs



























