gilet
Pronunciation
/dʒˈɪlət/

Ορισμός και σημασία του "gilet"στα αγγλικά

01

γιλέκο

a sleeveless jacket or vest that is often quilted and padded for warmth
gilet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gilets
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store