Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Slacklining
01
slackline, αθλητική ισορροπία σε τεντωμένο σχοινί
balance sport where a flexible line is tensioned between two anchor points, and the participant walks, balances, or performs tricks on the line
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























