Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to botanize
01
βοτανίζω, μελετώ φυτά
to study or collect plants in a scientific or systematic manner, often in their natural environments
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
botanize
γ΄ ενικό πρόσωπο
botanizes
ενεστώτα μετοχή
botanizing
απλός αόριστος
botanized
παθητική μετοχή
botanized
Παραδείγματα
He enjoys botanizing in the desert, searching for resilient plant species that have adapted to survive in arid conditions.
Απολαμβάνει να βοτανίζει στην έρημο, αναζητώντας ανθεκτικά είδη φυτών που έχουν προσαρμοστεί να επιβιώνουν σε άνυδρες συνθήκες.
Λεξικό Δέντρο
botanize
botan



























