Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to botanize
01
βοτανίζω, μελετώ φυτά
to study or collect plants in a scientific or systematic manner, often in their natural environments
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
botanize
γ΄ ενικό πρόσωπο
botanizes
ενεστώτα μετοχή
botanizing
απλός αόριστος
botanized
παθητική μετοχή
botanized
Παραδείγματα
She regularly botanizes in the local park, studying the plant species and their interactions.
Εκείνη βοτανίζει τακτικά στο τοπικό πάρκο, μελετώντας τα είδη φυτών και τις αλληλεπιδράσεις τους.
Λεξικό Δέντρο
botanize
botan



























