Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Botanist
01
βοτανολόγος, ειδικός στην βοτανική
a student of or specialist in the scientific study of plants, their structure, genetics, classification, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
botanists
Παραδείγματα
The botanist spent years cataloging rare plant species in the Amazon rainforest to understand their ecological role.
Ο βοτανολόγος πέρασε χρόνια καταλογογραφώντας σπάνια είδη φυτών στο τροπικό δάσος του Αμαζονίου για να κατανοήσει τον οικολογικό τους ρόλο.
Λεξικό Δέντρο
botanist
botan



























