Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Botanist
01
βοτανολόγος, ειδικός στην βοτανική
a student of or specialist in the scientific study of plants, their structure, genetics, classification, etc.
Παραδείγματα
The botanist worked with conservationists to protect endangered plant species from habitat loss due to deforestation.
Ο βοτανολόγος συνεργάστηκε με τους οικολόγους για να προστατεύσει τα απειλούμενα είδη φυτών από την απώλεια του φυσικού τους περιβάλλοντος λόγω της αποψίλωσης των δασών.
Λεξικό Δέντρο
botanist
botan



























