waxbill
wax
ˈwæks
vāks
bill
bɪl
bil
waybill

Ορισμός και σημασία του "waxbill"στα αγγλικά

01

κερομύτης, αστρίλντα

a small, colorful bird species native to sub-Saharan Africa, known for their distinctively colored bills 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
waxbills

Λεξικό Δέντρο

waxbill

wax

+

bill

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store