Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Waxbill
01
κερομύτης, αστρίλντα
a small, colorful bird species native to sub-Saharan Africa, known for their distinctively colored bills
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
waxbills
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
waxbill
wax
bill



























