Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Loure
01
μια λούρα, ένας αργός και επιβλητικός χορός που χαρακτηρίζεται από κομψές και ρέουσες κινήσεις
a slow and stately dance characterized by graceful and flowing movements, often performed in triple meter and commonly associated with the Baroque era
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
loures



























