holt
holt
həʊlt
hewlt
joltboltdoltvolt

Ορισμός και σημασία του "holt"στα αγγλικά

01

μια φωλιά ή καταφύγιο που φτιάχνεται από βιζόνες κοντά σε ένα ποτάμι ή πηγή νερού για προστασία, ανάπαυση

a den or shelter made by otters near a river or water source for protection, resting, grooming, and raising young 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
holts

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store