holt
holt
hoʊlt
χουλτ
/hˈə‌ʊlt/

Ορισμός και σημασία του "holt"στα αγγλικά

01

μια φωλιά ή καταφύγιο που φτιάχνεται από βιζόνες κοντά σε ένα ποτάμι ή πηγή νερού για προστασία, ανάπαυση

a den or shelter made by otters near a river or water source for protection, resting, grooming, and raising young
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
holts
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store