lung dart
lung
lʌng
λανγκ
dart
dɑ:t
ντατ

Ορισμός και σημασία του "lung dart"στα αγγλικά

01

τσιγάρο που καίει τα πνευμόνια, τσιγάρο που χαλάει τους πνεύμονες

used for referring to a cigarette, often implying the harmful effects of smoking on one's lungs 
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lung darts
Παραδείγματα
I am going to head outside and throw down a few more lung darts. 

Βγήκε έξω για να καπνίσει άλλο ένα τσιγάρο που καίει τα πνευμόνια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store