Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Boilermaker
01
ένα boilermaker, ένα σοτ ουίσκι
a drink consisting of a shot of whiskey, usually served alongside a glass of beer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boilermakers
02
καζανάς, συγκολλητής
a trained individual who makes and repairs metal objects for industry
Λεξικό Δέντρο
boilermaker
boiler
maker



























