Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Burr grinder
01
μύλος με πέτρες, αλέστρα με πέτρες
*** a mill used to grind hard, small food products between two revolving abrasive surfaces separated by a distance usually set by the user
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
burr grinders



























