Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to crowdfund
01
χρηματοδοτώ από το πλήθος, κάνω crowdfunding
to raise money for something by collecting small contributions from a large number of people, typically via the Internet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crowdfund
γ΄ ενικό πρόσωπο
crowdfunds
ενεστώτα μετοχή
crowdfunding
απλός αόριστος
crowdfunded
παθητική μετοχή
crowdfunded
Παραδείγματα
The artist managed to crowdfund enough money to produce their debut album.
Ο καλλιτέχνης κατάφερε να συγκεντρώσει χρήματα από το πλήθος αρκετά χρήματα για να παράγει το ντεμπούτο άλμπουμ τους.



























