to crowdfund
Pronunciation
/kɹˈaʊdfʌnd/

Ορισμός και σημασία του "crowdfund"στα αγγλικά

to crowdfund
01

χρηματοδοτώ από το πλήθος, κάνω crowdfunding

to raise money for something by collecting small contributions from a large number of people, typically via the Internet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crowdfund
γ΄ ενικό πρόσωπο
crowdfunds
ενεστώτα μετοχή
crowdfunding
απλός αόριστος
crowdfunded
παθητική μετοχή
crowdfunded
Παραδείγματα
The artist managed to crowdfund enough money to produce their debut album.
Ο καλλιτέχνης κατάφερε να συγκεντρώσει χρήματα από το πλήθος αρκετά χρήματα για να παράγει το ντεμπούτο άλμπουμ τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store