hard-wearing
hard
hɑ:d
haad
wea
weə
ve
ring
rɪng
ring

Ορισμός και σημασία του "hard-wearing"στα αγγλικά

hard-wearing
01

ανθεκτικός, ανθεκτικός

(of a material or product) durable and able to withstand frequent use or wear without showing signs of damage 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hard-wearing
συγκριτικός βαθμός
more hard-wearing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The hard-wearing boots lasted for years despite daily use. 

Τα ανθεκτικά μποτάκια διήρκεσαν για χρόνια παρά την καθημερινή χρήση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store