Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to boss around
01
διοικώ, διατάζω
to tell people constantly what to do or how to behave, in an arrogant way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
around
βασικό ρήμα
boss
ενεστώτας
boss around
γ΄ ενικό πρόσωπο
bosses around
ενεστώτα μετοχή
bossing around
απλός αόριστος
bossed around
παθητική μετοχή
bossed around
Παραδείγματα
I don't appreciate you bossing my son around.
Δεν εκτιμώ που διατάζεις τον γιο μου.



























