Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rhinarium
01
ρινάριο, εξειδικευμένη υγρή επιφάνεια της μύτης
a specialized wet surface found in the noses of some mammals that helps them to detect and analyze different scents
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rhinaria



























