Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
First chair
01
πρώτο βιολί, συναυλίαρχος
the principal or lead musician of a particular section in an orchestra or ensemble
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
first chairs



























