Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oleogustus
01
ολεόγουστος
a unique taste sensation that is attributed to the perception of fats or lipids in food
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
oleogustuses
LanGeek



























