mordent
mor
ˈmɔ:r
μωρ
dent
dənt
νταντ
/mˈɔːdənt/

Ορισμός και σημασία του "mordent"στα αγγλικά

01

μορντάν, μουσική διακόσμηση

a musical ornament indicating a rapid alternation between a note and the note above or below it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mordents
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store