Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Superfood
01
σούπερ φαγητό, θαυματουργό φαγητό
foods that are nutrient-rich and believed to have health benefits
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
superfoods
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
superfood
super
food



























