marcato
Pronunciation
/mɑːɹkˈɑːɾoʊ/

Ορισμός και σημασία του "marcato"στα αγγλικά

01

μαρκάτο, τονισμένη νότα

a musical term indicating that a note or passage should be played with a marked emphasis or accent
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
marcatos
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store