marcato
mar
mɑ:
maa
ca
ˈkɑ:
kaa
to
təʊ
tew

Ορισμός και σημασία του "marcato"στα αγγλικά

01

μαρκάτο, τονισμένη νότα

a musical term indicating that a note or passage should be played with a marked emphasis or accent 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
marcatos
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store