choro
cho
ˈʧɒ
cho
ro
rəʊ
rew
chomo
chorinho

Ορισμός και σημασία του "choro"στα αγγλικά

01

τσόρο, ένα είδος βραζιλιάνικης ορχηστρικής μουσικής που συνδυάζει στοιχεία ευρωπαϊκής λαϊκής μουσικής με αφρικανικούς ρυθμούς

a genre of Brazilian instrumental music that combines elements of European folk music with African rhythms, characterized by virtuosic melodies and intricate harmonies 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
choros

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store