Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Choro
01
τσόρο, ένα είδος βραζιλιάνικης ορχηστρικής μουσικής που συνδυάζει στοιχεία ευρωπαϊκής λαϊκής μουσικής με αφρικανικούς ρυθμούς
a genre of Brazilian instrumental music that combines elements of European folk music with African rhythms, characterized by virtuosic melodies and intricate harmonies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
choros



























