Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Glasschord
01
glasschord, γυάλινο μουσικό όργανο
a distinctive musical instrument that produces sound through struck or bowed glass rods, known for its unique and ethereal timbre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glasschords
Λεξικό Δέντρο
glasschord
glass
chord



























