Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pizza stone
01
πέτρα πίτσας, πλάκα πίτσας
a thick, usually round or rectangular stone slab used for baking pizzas in an oven
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pizza stones
LanGeek



























