Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cezve
01
τζεζβές, μπρίκι
a small pot used for brewing coffee, often associated with Middle Eastern and Turkish coffee traditions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cezves
LanGeek



























