Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Caquelon
01
κακελόν
a traditional ceramic or metal cooking pot with a handle and a wide opening, commonly used for preparing and serving Swiss cheese fondue
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caquelons



























