ovenproof
o
ˈʌ
a
ven
vən
vēn
proof
ˌpru:f
proof

Ορισμός και σημασία του "ovenproof"στα αγγλικά

01

ανθεκτικό στο φούρνο, ασφαλές για χρήση στο φούρνο

referring to a material or dish that is safe to use in an oven without being damaged or melted 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
cookware, materials, kitchen

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ovenproof

oven

+

proof

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store