Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oven glove
01
γάντι κουζίνας, γάντι φούρνου
a protective textile glove used to handle hot cookware or bakeware in the oven
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
oven gloves
LanGeek



























