Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Glass-ceramic
01
υαλοκεραμική, κεραμική που έχει υαλοποιηθεί
a type of material that is made from a combination of glass and ceramic components
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glass-ceramics



























